Μάνη Τα χωριά μας Ιστορία της οικογένειας Οικογενειακό δένδρο Φωτογραφικό αρχείο Ιστορικά - Ανέκδοτα - Διηγήσεις Guest book Επικοινωνία

Ιστορία της Οικογένειας

Προέλευση επιθέτου Καταγωγή - Απαρχή γενεάς Έτος 1400 1400 - 1900 1900 μέχρι σήμερα Συγγενείς οικογένειες Διάγραμμα οικογένειας

ΕΤΟΣ 1400 μ.Χ. - ΝΟΜΙΑ

            Κατά το 1400μεταξύ των άλλων Τοπαρχιών στη Μάνη υπήρχε και η Τοπαρχία των «Παραθυριδίων Μανιατών» δηλαδή η περιοχή της σημερινής Μέσα Μάνης που βρίσκεται κοντά στο ακρωτήριο Ταίναρο, το οποίο ο Παυσανίας ονομάζει "Θυρίδες".
            Στην Τοπαρχία λοιπόν αυτή, εκτός των άλλων, υπήρχαν δύο ισχυρότατες γενεές όπως ονομάζονταν τότε, όπως σήμερα λέμε «οικογένειες».
            Η γενεά των Πατσουριάνων και η γενεά των Τσουλιάνων. Αυτές σώζονται μέχρι σήμερα με λίγες παραλλαγές, οι οποίες είναι φυσικές λόγω της παρόδου πολλών γενεών και αρκετών αιώνων. Οι δύο αυτές γενεές είχαν τελείως χωριστά τόσο τον τόπο διαμονής όσο και την περιοχή των κτημάτων τους. Η γενεά των Τσουλιάνων ήταν εγκατεστημένη στην Τοπαρχία διάσπαρτα ενώ η γενεά των Πατσουριάνων είχε σαν έδρα της το οχυρό της Αγίας Κυριακής.
            Οι δύο λοιπόν αυτές γενεές ήταν πάντοτε πολέμιοι μόνο και μόνο από υπερβολική οικογενειακή υπερηφάνεια. Συναγωνίζονταν στα τοπικά και οικογενειακά πανηγύρια στην επίδειξη των όπλων, του αριθμού των ανδρών, των γενναίων, συνετών και άξιων τόσο στη θάλασσα όσο και στη στεριά κατά τις συνεχείς σχεδόν συρράξεις με τους εχθρούς. Πάντοτε όμως απέφευγαν να έρθουν σε σύρραξη μεταξύ τους, με την επιβολή των γεροντότερων και από τις δύο γενεές. Γιατί οι τελευταίοι υπολόγιζαν τις φρικαλέες και ατελείωτες συνέπειες σε αίμα καθώς και την γενική αναστάτωση στην Τοπαρχία όπως και τα άλλα επακόλουθα.
            Παρόλα αυτά κάποιος από τη γενεά των Τσουλιάνων, εκδικούμενος παμπάλαιο φόνο ενός συγγενή του από τους Πατσουριάνους, ο οποίος φόνος είχε ήδη προ πολλού λησμονηθεί, χωρίς αιτία και λογική και χωρίς να τηρήσει τους τύπους, οι οποίοι ήταν απαραίτητοι σύμφωνα  με τους άγραφους νόμους των Μανιατών, σκότωσε έναν Πατσούρο από την οικογένεια της Νόμιας.
            Τα επακόλουθα του φόνου ήταν γνωστά. Έναρξη πολέμου με προοπτική φοβερής συνέχισής του μεταξύ των δυο γενεών.
            Ένας επιπλέον λόγος, εκτός των άλλων, της απειλής του εμφύλιου σπαραγμού, ήταν ότι το θύμα ήταν νεότατος, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, δηλαδή ενός γιου του  Μούγιου (Μιχαήλ) και μιας κόρης της Πασκαλιάς (Πασχαλιάς), άφηνε δε και χήρα μόλις είκοσι χρονών.
Η ευκαιρία είχε δοθεί για να επέμβει η Γεροντία και να αναγκάσει την ισχυρή γενεά των Πατσουριάνων να μη καταστεί, λόγω του δίκιου της, τυραννική σε ολόκληρη την εκεί  Τοπαρχία.
            Ας ληφθεί υπόψη ότι οι πόλεμοι μεταξύ των γενεών δεν ήταν τυχαίο αποτέλεσμα ενεργειών «εν βρασμώ ψυχής», αλλά το λογικό επακόλουθο μιας μελετημένης προετοιμασίας με σχετική εκτίμηση των υπέρ και των κατά, με αίτια την οικονομική ωφέλεια μιας ομάδας σε βάρος μιας άλλης.
            Οι εκδικήσεις συνήθως ξεκινούσαν ύστερα από ένα οικογενειακό συμβούλιο με συγκεκριμένο αντικειμενικό σκοπό, ούτε λίγο ούτε πολύ την ολοκληρωτική εξόντωση της αντίθετης Μανιάτικης οικογένειας, της οποίας ο αριθμός των τουφεκιών και το ύψος των πύργων διεκδικούσαν την ηγεμονία του χωριού.
            Συγκλήθηκε λοιπόν έκτακτα, πριν την ταφή του νεκρού, σύσκεψη της Γεροντικής και λαμβανομένου υπόψη ότι η πολυάριθμη γενεά των παθόντων δεν είχε ψήφο, βρήκε την ευκαιρία να πάρει σκληρή, αυθάδη, μονομερή αλλά και ανέκκλητη απόφαση.
            Κάλεσαν στη συνέχεια τους αντιπροσώπους τηςγενεάς του νεκρού, ένα γέροντα και δύο νέους ανεψιούς του, να έρθουν άοπλοι, όπως ήταν υποχρεωτικό των βάση των άγραφων νόμων, να ακούσουν την απόφαση.
            Αυτή συνίστατο αφενός μεν στην αναγκαστική μετανάστευση ολόκληρης της γενεάς των Πατσουριάνων σε παρακείμενο χωριό, το οποίο ήταν στη δικαιοδοσία της αντίπαλης γενεάς, αφετέρου δε στην δήλωση των αντιπροσώπων της γενεάς μας, πριν την ταφή του νεκρού, ότι αποδέχονται αυτό τον......συμβιβασμό!
            Στην έντονη διαμαρτυρία των δύο ανιψιών, ο προεδρεύων της Γεροντίας, χωρίς περιστροφές, άφησε να υπονοηθεί ότι η άρνηση θα είχε σαν συνέπεια την άμεση κήρυξη πολέμου προς όλη την Τοπαρχία και πρόσθεσε ότι αυτό θα χαρακτηριζόταν σαν .... ατιμία! αφού η πατρίδα αντιμετώπιζε απειλή και απόεξωτερικούς εχθρούς κατά τη στιγμή εκείνη.
            Αυτή η απόφαση της Γεροντίας για τη γενεά μας θα έφερνε τον καθένα σε πολύ δυσχερή θέση. Ο πανουργότατος όμως γέροντας Μανιάτης και Ηγέτης της γενεάς μας, αφού σκέφτηκε με ήρεμη εξωτερικά σιωπή, κατάλαβε τον αντικειμενικό σκοπό της απόφασης,  προπαρασκεύασε τις πολιτικές και τεχνικές λεπτομέρειες της δικής του απόφασης και υπολόγισε μέσα σε λίγα λεπτά τις συνέπειες μιας στιγμιαίας ασυμφωνίαςστην αυθάδη και σαρκαστική πρόταση, σε αντίθεση με τους δύο νέους ανιψιούς του, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα.
            Αφού έκανε παρατήρηση στους δύο συγγενείς του, με προσποιητή ηρεμία και γαλήνη και με «θυελλώδη αταραξία» απάντησε στον προεδρεύοντα της Γεροντίας:
«Μάλιστα ζεχόμαστε» και έδωσε το σύνθημα της αναχώρησης, μη θέλοντας να δείξει ότι αντιτίθεται στο statusquo, στο κατεστημένο δηλαδή. Ευθύς αμέσως πήγε στο χωριό και συγκάλεσε, για ελάχιστο μόνο χρόνο, σε ιδιαίτερη σύσκεψη μόνο τους άνδρες της γενεάς, ενώ οι γυναίκες θρηνούσαν το νεκρό.
            Τους ανακοίνωσε την...... προμελετημένη απόφαση όλου του τόπου, τους εξέθεσε την τραγικότητα της θέσης τους και τους ανέλυσε χωρίς περιστροφές το σχέδιό του το οποίον ήταν:
ομαδική εκδίκηση και φυγή από τον τόπο.
            Οχτώ μέρες μετά λοιπόν απότα γεγονότα, σύμφωνα με τα έθιμα, κάλεσαν οι παθόντες σε δείπνο τους καλύτερους άνδρες της αντίπαλης γενεάς όπως και τα μέλη της
            Γεροντικής, τα οποία είχαν μεσιτεύσει για το .....βίαιο συμβιβασμό! Σκόπιμα παρέλειψαν να προσκαλέσουν στο δείπνο αυτό τις οικογένειες τόσο του φονιά όσο και του νεκρού.
            Όλοι όσοι παρακάθησαν στο απαίσιο εκείνο δείπνο δηλαδή δέκα άνδρες, όπως λέει η παράδοση, σκοτώθηκαν χωρίς εξαίρεση, με όπλα, σε μια και μόνη στιγμή. Αυτό δε γιατί, κατά την κρατούσα αντίληψη, οι άνδρες μόνο με όπλα σκοτώνουν τους εχθρούς τους και όχι με μαχαίρια. Έτσι η πράξη τους δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από τους μεταγενέστερους σαν ...... δολοφονία ανάξια ανδρών.
            Μετά από αυτά, αφού προηγούμενα είχαν προετοιμαστεί τα πάντα με κάθε μυστικότητα, πήραν τις γυναίκες, τα παιδιά και τα κινητά υπάρχοντά τους και έφυγανόλοι, ακόμα και οι γαμπροί των θυγατέρων, οι οποίοι φοβόντουσαν την αντεκδίκηση. Μόνο η οικογένεια του νεκρού δεν μετανάστευσε. Πήγαν δε σε μια άγρια και απρόσιτη τοποθεσία της οροσειράς του Ταϋγέτου, την οποία ονόμασαν Κάλλιαζη.
            Ο τόπος της καταγωγής τους αναστατώθηκε και αναβρασμός επικράτησε προς στιγμή, όμως οι παθούσες από την εκδίκηση γενεές εξέτασαν με νηφαλιότητα τα γεγονότα και αναγκαζόμενες, προφανώς, από τις Γεροντίες των γειτονικών Τοπαρχιών, ίσως δε και γιατί οι φυγάδες είχαν πάρει μαζί τους και λίγους ομήρους, περιόρισαν το κακό ως εκεί.
            Παραδέχτηκαν την απιστία και την πράξη σαν απόλυτα φυσική, λογική και νόμιμη.
            Κατάσχεσαν τις περιουσίες των φυγάδων καικατέλαβαν το οχυρό τους της Αγίας   Κυριακής.
            Τέλος, δεν επέτρεψαν να πάθει κανένα κακό η οικογένεια του νεκρού, η οποία είχε παντελή άγνοια της απόφασης και η οποία περιορίστηκε στη Νόμια κάτω από τον έλεγχο και την εξουσία της Γεροντικής του τόπου.
            Σε απόδειξη αυτού και σε ενίσχυση της γνώμης ότι οι γενεές αυτές παραδέχτηκαν την πράξη σαν νόμιμη, συνέβαινε μέχρι πριν χρόνια και το εξής ιστορικό παράξενο: δεν γινόταν λειτουργία στην εκείιδιόκτητη εκκλησία της γενεάς μας, την Αγία Κυριακή, στον ετήσιο εορτασμό της, αν δεν στελνόταν προσφορά Πατσουριάνικη, απόδειξη της έμπρακτης αποδοχής της γενόμενης αδικίας.
            Εκεί λοιπόν στην Νόμια παρέμεινε η οικογένεια του νεκρού, η χήρα δηλαδή του Πατσούρου με το γιο της το Μούγιο (Μιχαήλ) και τη κόρη της τη Πασκαλιά (Πασχαλιά).
Από αυτόν το Μούγιο (Μιχαήλ) κατάγονται οι συγγενείς που προέρχονται από τη Νόμια.
            Οι απόγονοί του βρίσκονται μέχρι σήμερα εκεί, όπου υπάρχει και η συνοικία Πατσουριάνικα, θεωρούν ότι δεν έχει διακοπεί η συγγένεια, τη διατηρούν ζωηρά και επιδεικτικά μέχρι σήμερα, εξακόσια και περισσότερα χρόνια από την αναγκαστική μετανάστευση της γενεάς, και έχουν το ίδιο επώνυμο: Πατσούρος ή Πατσούρης ή Πατσουράκος.

 

(Από το υπό έκδοση βιβλίο του Βασιλείου Αναργύρου Πατσουράκου: Μια Γενεά της Μάνης)