Φεύγοντας από τη Νόμια, περί το 1400, η γενεά μας κατέληξε στην Κάλλιαζη. Η λέξη προέρχεται από το: κάλλιον ζην δηλαδή: καλύτερη ζωή. Βρίσκεται στην οροσειρά του Ταϋγέτου, σε μια ψηλή και από φύση οχυρή πλευρά του, απρόσιτη, απροσέγγιστη και απροσπέλαστη, κοντά στη Γέρμα του Οίτυλου, μεταξύ των χωριών Σκαμνάκι καιΚαρέα, σε απόσταση έξι ωρών με τα πόδια από το οχυρό της Αγίας Κυριακής, τον τόπο δηλαδή απότον οποίο κατάγεται η γενεά μας.
Η ήδη όμως πολυπληθής γενεά αύξανε σε απογόνους. Ο τόπος ήταν άγονος για να τους θρέψει. Αποφασίστηκε τελικά, μετά από σύσκεψη, να χωριστούν σε τμήματα και να επεκταθούν σε άλλα οχυρά μέρη της Ανατολικής Μάνης, που ήταν πιο εύφορη.
Παρόλο δε που αυτά τα τμήματα της γενεάς εξελίχθηκαν σεδιαφορετικέςοικογένειες, είχαν πάντοτε γνώση της κοινής καταγωγής τους.
Το ένα τμήμα κατέλαβε τη θέση Σκαμνάκι και Αυτό βρίσκεται στην Ανατολική Μάνη, απέχει μιάμιση ώρα με τα πόδια από την Κάλλιαζη, βρίσκεται δε εκεί όπου και σήμερα υπάρχει το ομώνυμο χωριό. Απόγονοι αυτού του κλάδου βρίσκονται περί το 1790 στην Καρυούπολη και το Νεοχώριο.
Άλλο τμήμα, με τα περισσότερα μέλη, κατέλαβε το 1470 τη θέση Κονάκια.
Όλη η γενεά των Πατσουριάνων με τα διάφορα τμήματά της είχε την «προσωνυμία» Τουρκατζάδες.Αυτή τους είχε δοθεί για την υπερβολική σκληρότητα του χαρακτήρα τους, η οποία ξεπερνούσε και αυτήν ακόμη των υπόλοιπων Μανιατών, για τη σκληροτραχηλία τους και την πεισματάρικη εμμονή τους στις σκέψεις τους και προπαντός στις αποφάσεις τους.
Η περιοχή Κονάκια όπου κατοικούσε η γενεά μας ονομαζόταν μέχρι το 1770 με την προσωνυμία Τουρκατζάδικα.
Άλλοι από τη γενεά, προερχόμενοι από τη Νόμια, πήγαν γύρω στο 1500 στο γειτονικό φρούριο «Κελεφά» στην τοποθεσία που ονομάζεται «του Καλού», ενώ άλλοι μετοίκησαν στο γειτονικό χωριό Καλλον(ι)οί με την ίδια επωνυμία δηλαδή Πατσούρης και μερικοί παρέμειναν εκεί.
Ένας από αυτούς πήγε το 1600 περίπου στην Καλαμάτα και διατήρησε το ίδιο επώνυμο: Πατσούρης. Ένας απόγονός του έφτασε το 1700 περίπου στην Κρήτη και εγκαταστάθηκε σε χωριό λίγο έξω από τα Χανιά με την ίδια επωνυμία, αλλά με την κρητική κατάληξη του ονόματος: Πατσουράκη(ι)ς. |